Μπαινάκης – βγαινάκης γίναμε.
Άνθρωποι έρχονται, άνθρωποι φεύγουν.
Και βαρέθηκες να σκέφτεσαι. Βαρέθηκες να πράττεις. Βαρέθηκες να ψάχνεις.
Κάθεσαι ήρεμη στο τέλος να κοιτάς το κενό.
Κενό γεμάτο με λάθος πρόσωπα, με λάθος γέλια, με λάθος ψιθύρους, με λάθος φωνές.
Όταν έρχονται, όλοι βρίσκουν τόσους λόγους να σου πουν για τους οποίους θέλουν να μείνουν.
Όταν φεύγουν (σχεδόν) ποτέ δε μιλάει κανείς. Λες και τους ποτίζεις το αμίλητο νερό πριν την έξοδο.
Γιατί;
…Ίσως να πρέπει να πάψει πια ν’ ασχολείται το αγύριστο κεφάλι σου με «γιατί» που πληθαίνουν δίχως «επειδή» να τα ακολουθούν.
…Ίσως επειδή δεν ήσουν αρκετή.
…Ίσως επειδή δεν ήθελαν κάτι.
…Ίσως επειδή δεν ήθελες κάτι και τους έδιωξες.
…Ίσως επειδή τελικά ήταν άλλο απ’ αυτό που σου φάνηκαν.
…Ίσως επειδή τελικά ήσουν άλλο απ’ αυτό που τους φάνηκες.
…Ίσως επειδή κάτι έκανες λάθος.
Ίσως και να μην υπάρχει λόγος.
Όσο απρόσμενα ήρθαν, τόσο απρόσμενα φεύγουν.
Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάς πως κι απ’ τις δυο πλευρές του νομίσματος…
…όλα είναι δικαιολογίες:
«Αν το ήθελες πολύ, γιατί δεν το ‘χεις κάνει;»