«Μην το κάνεις αυτό, μόνο κακό στον εαυτό σου κάνεις.»
Sorry ένα λεπτάκι, να μιλήσω κι εγώ που κουβαλώ τον εαυτό μου στις πλάτες;
Επιτρέπεται, ή κρίνεται απολύτως απαραίτητο το επικυρωμένο χαρτάκι από ΚΕΠ πρώτα;
Α όχι, δεν ειρωνεύομαι, ρωτώ απλά.
Ρωτώ, μη βρεθώ προ εκπλήξεως ή μου κλέψουν τον λόγο απ’ το στόμα.
Πώς; Με κάποια αδιάσειστη πρόφαση – όλως τυχαίως όλοι βρίσκουν από μία τέτοια τελευταία, ίσως κάπου να τις πουλάνε…
Βασικά ξες τι; Όχι, δε θέλω να μιλήσω. Να κάνω μια ερώτηση θέλω καλύτερα. Ή μάλλον θα μιλήσω. Αλλά θα κάνω μια ερώτηση γι’ αρχή:
Ναι, όλοι οι άλλοι -άνθρωποι και καταστάσεις- είναι τόσο απίστευτα καλοί μαζί μου τελευταία, που αποφάσισα {[(ως λέγεται)]} εγώ με ‘μένα να μην τα πηγαίνω καλά, πού είναι το πρόβλημα;
Και όπα, δεν κατάλαβα… ποιος ξέρει καλύτερα;
Εγώ, ο φανταστικός μου φίλος με τα τέλεια μάτια, το ακούραστο βλέμμα τους, τη λεβεντιά κι εκείνες τις καταπληκτικές ελαφρές προσκρούσεις αυτοκυριαρχίας υπό γωνία, ή εσύ;
—–Για ξαναμάντεψε–
Ποιος; Πάλι «εσύ» η απάντηση; Και για να μαντέψω, ποιος το λέει αυτό… Για ακόμα μια φορά εσύ;
Σαν πολύ «εγώ» δεν έπεσε απο ΄σένα; Ναι, *β’ πρόσωπο προσωπικής αντωνυμίας, γενική ενικού αριθμού ———> εσένα, ακόμα ψάχνεις;* δείχνω, τι κοιτάς γύρω-γύρω λες και γυρεύεις το τέλος του κόσμου μες τ’ άπλυτα;
«Δεν ξέρω τι λες. Αυτό που σου είπα εγώ.»
Μωρ’ τι μας λες, κι υψώνεις και το τεράστιο σαν ουρανοξύστη κεφάλι σου με τέτοιο ύφος.
Αρχίνησες πάλι να διατάσσεις ακτινοειδώς τις πυκνότατες ιδιόμορφες εξυπνάδες σου;
Μπράβο, όλα δείχνουν πως δεν ντρέπεσαι καν για την μηδέν εις το πηλίκο επιχειρηματολογία, αχ να σε χαρώ εγώ!
Ήρθε η ώρα να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη:
Εσύ δεν ξέρεις τι λες.
Μάθαμε τώρα όλοι ξαφνικά να το παίζουμε ευαίσθητοι, αγαθοί, τρομαγμένοι και σεμνοί… σε απλά ελληνικά: ασυγκράτητοι, περιφρονητικοί, κάλπικοι και ξερόλες.
Να συνεχίσω; Τι να συνεχίσω, με τούτα που αφουγκράζομαι έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να ‘ρθούμε σε συμβιβασμό, πρόσεξε πολύ καλά όμως κυρ-Εαυτούλη, έχω εξαντληθεί.
Και δεν το προεκτείνω προς τα άκρα, γιατί ο καφές μου ήταν όπως τον πίνω και μ’ άρεσε.
Αναμφίβολα κι αναπόφευκτα όμως άλλη φορά δεν την γλιτώνεις.
– Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. –
Άιντε τώρα, χτύπα αυτό το απαρχαιωμένο κουδουνάκι, η δίκη αναβάλλεται…