Κι ήταν που λες ο έτσι, και καθόταν. Καθόταν κάπως ως εκ τούτου, μα και συνάμα τοιουτοτρόπως-και-αναλόγως κάπως αλλιώς, και συνήθως σκεφτόταν τι έκανε, τι κάνει, τι να κάνει.
Τις φορές που έβρισκε δίοδο απ’ τις σκέψεις του, έπαιρνε τη διαδρομή εκείνη με τα φώτα. Τις υπόλοιπες, δε λογάριαζε τίποτα: μήτε χρόνο, μήτε χώρο, μήτε αξίες. Απλά γέμιζε το ποτήρι με ουίσκυ, και περίμενε να αναδυθεί κάτι στην επιφάνεια. Από μόνο του, λες κι ήταν όλα σκλαβάκια του που μοχθούσαν υποτακτικά να τον φροντίσουν – περιποιηθούν – (εξ)υπηρετίσουν.
Αργούσε πολύ να καταλάβει τα λάθη του. Κι έτσι, απλά κι αναγκαστικά, έχανε την «ασυλία» επιδιόρθωσής τους. Μα δεν έχανε μόνον αυτό. Έχανε κι άλλα πράγματα. Βαθμιαία, κάθε φορά όλο και πιο πολλά. Και βαθμιαία, κάθε φορά συναισθανόταν και συνειδητοποιούσε πως «ήταν ώρα» να αλλάξει πλεύση.
Το πόσες «ώρες ήταν» όμως, δεν τις είχε μετρήσει ποτέ.
Όταν τα καταλάβαινε, φόραγε τα ξεσκισμένα παπούτσια του κι έτρεχε αφηνιασμένα να προλάβει το κακό. Έτρεχε δίχως ρυθμό ή αρμονία, μα με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Και αψηφούσε ανηφόρες, κατηφόρες, τρύπες, τον νόμο της βαρύτητας. Κάποιες φορές προλάβαινε. Κι έπειτα ξαπόσταινε, κι αναρωτιόταν ως πότε θα ‘ναι τόσο τυχερός.
Τις άλλες, εκείνες που άδικα λαχανιασμένος σήκωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει εκεί που κάποτε στο παρελθόν θυμόταν να ‘χε δρόμο κι όχι αδιέξοδο, έβγαζε άναρθρες κραυγές. Κι αυτές με τη σειρά τους, του έδιναν ακόμη μια ευκαιρία να κερδίσει τα χαμένα. Μα ήξερε πως κάποτε στο μέλλον, το μόνο που θα βλέπαν όλοι -μεγάλοι και μικροί- κοιτώντας τον, θα ήταν κροκοδείλια δάκρυα.
Δικαίωμα αποδοχής, δικαίωμα απόρριψης, δικαίωμα συμμετοχής, δικαίωμα επίσχεσης, δικαίωμα εισόδου ή εξόδου, δικαίωμα του.. Όλα ήταν δικαιώματα του έτσι. Που καθόταν κάπως ως εκ τούτου, μα και συνάμα τοιουτοτρόπως-και-αναλόγως κάπως αλλιώς, και συνήθως σκεφτόταν πώς τα έχασε, πώς τα χάνει, πώς να τα χάσει.
Και σάστιζε με την τακτικώς πυκνή ανοησία που τον έλουζε. Και πονούσε που ωσάν μωρός παραλόγιζε και έψαχνε τη δυστυχία μες στην ευτυχία. Και ζητούσε συγγνώμη που ξέσπασε σε ‘σένα. Και χαιρόταν που βρήκε τη δύναμη να καταλάβει ακόμη ένα σφάλμα. Και λυπόταν που ήξερε πως δεν μπορούσε να μείνει ως έχει, γιατί έτσι ήταν το απαραλόγιστο, το ορθό. Και γέμιζε ακόμη ένα ποτήρι με ουίσκυ.